Ο Ποιητής πέθανε στις 3 τα ξημερώματα του Σαββάτου της 27ης Φεβρουαρίου του 1943. Η κηδεία του την επομένη στο Α΄ Νεκροταφείο έλαβε έντονο αντιστασιακό χαρακτήρα. Όλος ο πολιτικός και καλλιτεχνικός κόσμος και πλήθος λαού αποχαιρέτησε τον «ήρωα ποιητή του αιώνα». Οι ποιητές Άγγελος Σικελιανός και Σωτήρης Σκίπης, που διερμήνευσαν τα συναισθήματα και τις ιδέες του έθνους, υπογράμμισαν την αξία του έργου του μεγάλου νεκρού και διακήρυξαν την βούληση του λαού για αντίσταση και ελευθερία, με δύο έξοχα ποιήματα, τα οποία καταχωρίζονται σήμερα εδώ:
ΠΑΛΑΜΑΣ
Ἠχῆστε οἱ σάλπιγγες… Καμπάνες βροντερές,
δονῆστε σύγκορμη τὴ χώρα πέρα ὡς πέρα.
Βογκῆστε τύμπανα πολέμου… Οἱ φοβερὲς
σημαῖες, ξεδιπλωθεῖτε στὸν ἀέρα!
Σ᾿ αὐτὸ τὸ φέρετρο ἀκουμπᾶ ἡ Ἑλλάδα! Ἕνα βουνὸ
μὲ δάφνες ἂν ὑψώσουμε ὡς τὸ Πήλιο κι ὣς τὴν Ὄσσα,
κι ἂν τὸ πυργώσουμε ὡς τὸν ἕβδομο οὐρανό,
ποιὸν κλεῖ, τι κι ἂν τὸ πεῖ ἡ δικιά μου γλώσσα;
Μὰ ἐσὺ Λαέ, ποὺ τὴ φτωχή σου τὴ μιλιά,
Ἥρωας τὴν πῆρε καὶ τὴν ὕψωσε ὡς τ᾿ ἀστέρια,
μεράσου τώρα τὴ θεϊκὴ φεγγοβολιὰ
τῆς τέλειας δόξας του, ἀνασήκωσ᾿ Τον στὰ χέρια
γιγάντειο φλάμπουρο κι ἀπάνω ἀπὸ μᾶς
ποὺ τὸν ὑμνοῦμε μὲ καρδιὰ ἀναμμένη,
πὲς μ᾿ ἕνα μόνο ἀνασασμόν: «Ὁ Παλαμᾶς!»,
ν᾿ ἀντιβογκήσει τ᾿ ὄνομά του ἡ Οἰκουμένη!
Ἠχῆστε οἱ σάλπιγγες… Καμπάνες βροντερές,
δονῆστε σύγκορμη τὴ χώρα πέρα ὡς πέρα…
Βογκῆστε τύμπανα πολέμου… Οἱ φοβερὲς
σημαῖες, ξεδιπλωθεῖτε στὸν ἀέρα!
Σ᾿ αὐτὸ τὸ φέρετρο ἀκουμπᾶ ἡ Ἑλλάδα! Ἕνας λαός,
σηκώνοντας τὰ μάτια του τὴ βλέπει…
κι ἀκέριος φλέγεται ὡς μὲ τ᾿ ἄδυτο ὁ Ναός,
κι ἀπὸ ψηλὰ νεφέλη Δόξας Τόνε κέπει!
Τι πάνωθέ μας, ὅπου ὁ ἄρρητος παλμὸς
τῆς αἰωνιότητας, ἀστράφτει αὐτὴν τὴν ὥρα
Ὀρφέας, Ἡράκλειτος, Αἰσχύλος, Σολωμὸς
τὴν ἅγια δέχονται ψυχὴ τὴν τροπαιοφόρα,
ποὺ ἀφοῦ τὸ ἔργο της θεμέλιωσε βαθιὰ
στὴ γῆν αὐτὴν μὲ μίαν ἰσόθεη Σκέψη,
τὸν τρισμακάριο τώρα πάει ψηλὰ τὸν Ἴακχο
μὲ τοὺς ἀθάνατους θεοὺς γιὰ νὰ χορέψει.
Ἠχῆστε οἱ σάλπιγγες… Καμπάνες βροντερές,
δονῆστε σύγκορμη τὴ χώρα πέρα ὡς πέρα…
Βόγκα Παιάνα! Οἱ σημαῖες οἱ φοβερὲς
τῆς Λευτεριᾶς ξεδιπλωθεῖτε στὸν ἀέρα!
ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ
ΣΤΟΝ ΚΩΣΤΗ ΠΑΛΑΜΑ
Μέσ’ ἀπὸ τα κάγκελα τ’ ἀόρατα
τῆς ἀπέραντής μας φυλακῆς
μέσα στὸ κελλὶ τὸ σκοτεινό μας
δὲν ἐβάσταξες στὸν πόνο τῆς Φυλῆς
κι’ ἔπεσες σὰ δρῦς
ἀπὸ τὰ χτυπήματα
κάποιων μαύρων ξυλοκόπων
στὸ σκοτάδι τῆς νυχτιάς τῆς τραγικής,
δίχως νὰ προσμείνεις τὴν ἀχτίδα
τῆς καινούργιας χαραυγῆς.
Κι’ ἔπεσες καθώς ἀπὸ σεισμὸ
πέφτει μιὰ μαρμάρινη κολόνα
κάποιου πανάρχαιου ναοῦ.
Σὰ ναός, ὁποὺ χτυπιέται
ἀπ’ τὰ βόλια τῶν βαρβάρων.
Σὰν τὸν Παρθενώνα,
ἥρωα, ποιητὴ τοῦ Αἰῶνα.
Μάτια στερεμένα ἀπὸ τὶς τόσες
συμφορές,
δάκρυα δὲ θὰ χύσουνε γιὰ Σένα.
Θὰ σὲ κλάψουνε μιὰ μέρα
οἱ ἴδιοι αὐτοὶ ποὺ μᾶς σκοτώνουν
ἕναν – ἕνα,
σὰν ξυπνήσουν ἀπ’ τὴ μέθη τους
κι ἀντικρύσουν τι ἐρημιές
ἐσκορπίσανε στὸ διάβα τους
σ’ ἀναρίθμητες καρδιές.
Φεύγεις, πᾶς γιὰ τὸ ταξίδι σου
τὸ Ἀχερούσιο, τὸ στερνό,
ὦ πρωτότοκε ἀδερφέ μας,
ὅμως κοίτα πῶς ξοπίσω σου
οἱ Ἕλληνες σὲ χαιρετᾶνε.
Ὁ καθένας ἕνα στίχο σου
ψέλνοντας μελωδικό,
σὲ ξεπροβοδᾶνε
μὲ τὰ μύρια σου τραγούδια,
ποὺ βουΐζουν σὰ μελίσσια
πάνω ἀπ’ Ἀπριλιοῦ λουλούδια,
σὰ νὰ προμηνάνε τὴν Ἀνάσταση,
ὦ μεγάλε ραψωδέ μας.